Αναζητώντας τις χαμένες ώρες: Οι Ιστορικοί της Τέχνης απέναντι στην κυβέρνηση του Matteo Renzi TVXS - TV Χωρίς Σύνορα

http://tvxs.gr/news/paideia/dorean-mathimata-italikon-kai-rosikon-stin-athina

Λίγο πριν την έναρξη της σχολικής χρονιάς, η ιταλική εκπαιδευτική κοινότητα βρίσκεται σε αναβρασμό εξαιτίας του νέου νόμου της κυβέρνησης Renzi για την Παιδεία.
17:38 | 25 Σεπ. 2015
Τελευταία ανανέωση 20:02 | 25 Σεπ. 2015
Αλέξανδρος Διαμαντής


Το λεγόμενο «Καλό Σχολείο» (“La Buona Scuola”), έρχεται ν’ αντικαταστήσει τον ισχύοντα από το 2010 νόμο της 4ης κυβέρνησης του Silvio Berlusconi, γνωστό και ως Μεταρρύθμιση Gelmini, από το όνομα της τότε Υπουργού Παιδείας Mariastella Gelmini, η ψήφιση του οποίου είχε σημαδευτεί από μαζικές κινητοποιήσεις και διαμαρτυρίες. Οι μεγάλες περικοπές στα σχολεία έπληξαν, μεταξύ άλλων, και τη διδασκαλία του μαθήματος της Ιστορίας της Τέχνης στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση, προκαλώντας έντονες αντιδράσεις από την ακαδημαϊκή κοινότητα και το Εθνικό Σωματείο Διδασκόντων Ιστορίας της Τέχνης (Associazione Nazionale Insegnanti di Storia dell’Arte -ANISA).

Το εν λόγω γνωστικό αντικείμενο θεωρείται μείζονος σημασίας συστατικό στοιχείο της κοινωνικής διαπαιδαγώγησης και την πολιτιστικής ταυτότητας των Ιταλών πολιτών. Η σημερινή Υπουργός Παιδείας Stefania Giannini καθώς ο Υπουργός Πολιτιστικών Αγαθών Dario Francecschini, έχουν κατ’ επανάληψη θέσει το ζήτημα της αποκατάστασης του μαθήματος ως μια από τις προτεραιότητες του νέου νόμου για το σχολείο, ενώ ο πρωθυπουργός Matteo Renzi, σε ενημερωτικό βίντεο, όπου εμφανίζεται να παρουσιάζει σε μαυροπίνακα, εν είδη σχολικής παράδοσης, τις βασικές γραμμές της εκπαιδευτικής του πολιτικής, κάνει ειδική μνεία στην ιστορία της τέχνης. Κι όμως, η ανάγνωση του κειμένου του νομοσχεδίου άφησε άναυδους τους εκπαιδευτικούς: παρά τις αλλεπάλληλες μεγαλόστομες επιθέσεις φιλίας, δεν περιέχει καμιά ουσιαστική αναφορά στο κρίσιμο ζήτημα της επαναφοράς των χαμένων διδακτικών ωρών.

Επιπλέον εκφράζονται σοβαρές ανησυχίες γύρω από τη διαφαινόμενη αλλοίωση της επιστημονικής ιδιομορφίας του αντικειμένου. Τη στιγμή που καταγράφεται σημαντική επιβράδυνση της κοινωνικής κινητικότητας μέσω της παιδείας, εκπαιδευτικοί και μαθητές διαβλέπουν, πίσω από την τεχνοκρατικά «ουδέτερη» γλώσσα του λεγόμενου «Καλού Σχολείου», την ταφόπλακα του δημόσιου και δημοκρατικού χαρακτήρα της εκπαίδευσης.

Παράλληλα, οι Ιστορικοί της Τέχνης δίνουν το δικό τους ιδιαίτερο στίγμα – ή μάλλον …χρώμα – στις κρίσιμες εξελίξεις στον τομέα της Παιδείας. Εδώ το καλό σχολείο Το ζοφερό τοπίο της ιταλικής εκπαίδευσης περιγράφεται ανάγλυφα σε πρόσφατο δημοσίευμα της Repubblica (27/5/2015) με τον εύλογο τίτλο «Η νέα εργατική τάξη δεν πάει στο πανεπιστήμιο»[i]. Από τα στοιχεία προκύπτει πως η τρέχουσα οικονομική συγκυρία έχει περιορίσει δραματικά την πρόσβαση σε τριτοβάθμια εκπαίδευση και αγορά εργασίας για τα πλέον ευπαθή κοινωνικά στρώματα.

Μέσα σε μόλις μια δεκαετία οι εγγεγραμμένοι στα ιταλικά πανεπιστήμια με δίπλωμα τεχνικού ή επαγγελματικού ινστιτούτου – που ως επί τω πλείστον, προέρχονται από τα πλέον εκτεθειμένα στην κρίση κοινωνικά στρώματα – σημείωσαν μείωση της τάξης του 46 και 41 τοις εκατό αντίστοιχα. Με δεδομένη την υψηλότατη ανεργία των νέων μεταξύ 15 και 29 ετών, που από 17,5% το 2004 ανήλθε σε 31,6% δέκα χρόνια αργότερα, οι αγωνιούντες γονείς σπεύδουν να εγγράψουν τα παιδιά τους στα λύκεια, ώστε να αυξήσουν τις πιθανότητες εισαγωγής τους στα πανεπιστήμια, εκτοξεύοντας έτσι τον αριθμό των μαθητών τους από την προσεχή χρονιά (51% των μαθητών της τρίτης τάξης της μέσης εκπαίδευσης), καθότι τα ινστιτούτα τεχνικής και επαγγελματικής εκπαίδευσης δεν εξασφαλίζουν πλέον επαγγελματική αποκατάσταση στους αποφοίτους τους. Εντούτοις, η θεαματική συρρίκνωση των εγγεγραμμένων στα πανεπιστήμια που σημειώθηκε την τελευταία δεκαετία, πλήττει πρωτίστως τα παιδιά των υπαλληλικών και εργατικών στρωμάτων, ιδίως του νότου, που επιπλέον αδυνατούν να ανταποκριθούν στα τσουχτερά δίδακτρα των πανεπιστημίων. Την ίδια στιγμή η κυβέρνηση Renzi «επιχειρεί – και εν μέρει το έχει μάλιστα καταφέρει – να περάσει την ιδέα πως όποιος αντιτίθεται στο Καλό Σχολείο είναι συντηρητικός» ή ότι υπερασπίζεται συντεχνιακά κεκτημένα[ii].

Η προωθούμενη μεταρρύθμιση συνίσταται σε μια σειρά τεχνοκρατικών παρεμβάσεων γύρω από λειτουργικά ζητήματα του σχολείου. Επιχειρώντας μια τροποποίηση του συστήματος προσλήψεων, της σχέσης μεταξύ διευθυντή και διδάσκοντα και, κατά συνέπεια, μεταξύ διδάσκοντα και μαθητή, στηρίζεται στην ιδέα ενός σχολείου-αρένας, που καλλιεργεί τον ανταγωνισμό «μεταξύ εκπαιδευτικών, μαθητών, διευθυντών, ινστιτούτων και όπως είναι επομένως φανερό, μεταξύ περιφερειών και πόλεων»[iii]. Η έμφαση στην «αξία» και την αξιολόγηση αποσκοπεί στη δημιουργία μιας εκπαίδευσης δύο ταχυτήτων. Το κρίσιμο ζήτημα εδώ είναι πως «αξία» και «αξιολόγηση» δεν είναι ουδέτεροι τεχνικοί όροι, αλλά πρακτικές εσωτερίκευσης ιεραρχικών σχέσεων και διαμόρφωσης συμπεριφορών, διαμέσου μιας αυθαίρετης ποσοτικοποίησης του εκπαιδευτικού έργου, που ουδεμία σχέση έχουν με τις ιδιομορφίες της εκπαιδευτικής διαδικασίας. Η ιδεολογική φύση της αξιολόγησης έγκειται ουσιαστικά στην ιδιότητά της να προκαθορίζει και να διαμορφώνει εκείνη την πραγματικότητα που υποτίθεται πως απλά «καταγράφει».

Μια ομάδα αναπληρωτών εκπαιδευτικών που συμμετέχουν ενεργά στις κινητοποιήσεις ενάντια στη μεταρρύθμιση Renzi, με την επωνυμία «Κακές Δασκάλες» (Cattive Maestre), δημιούργησε ένα βίντεο-απάντηση στο ενημερωτικό βίντεο του πρωθυπουργού, της 13ης Μαΐου[iv], για τη σχεδιαζόμενη εκπαιδευτική μεταρρύθμιση – όπου μάλιστα ο Renzi αναφέρει εσφαλμένα την ανθρωπιστική παιδεία ως cultura umanista αντι του σωστού cultura umanistica. Όπως υποστηρίζουν οι εκπαιδευτικοί στο βίντεό τους με τίτλο «Cattive maestre contro la buona scuola» (αναρτήθηκε στις 25 Μαΐου)[v], «το καλό σχολείο δεν το κάνουν τα χρήματα των επιχειρήσεων» αλλά «οι εκπαιδευτικοί, οι μαθητές και οι γονείς. Θα αγωνιστούμε για ένα σχολείο που διδάσκει την αλληλεγγύη και όχι τον ανταγωνισμό, την ένταξη και όχι τα προσόντα. Αγωνιζόμαστε για ένα σχολείο που δεν αφήνει πίσω κανέναν».

Στο πλαίσιο των δικών της διεκδικήσεων, η ANISA κάλεσε μέσω των κοινωνικών δικτύων τους καθηγητές Ιστορίας της Τέχνης να συμβάλλουν στη δημιουργία ενός σποτ για την προώθηση της διδασκαλίας του μαθήματος στο σχολείο: «Θέλουμε να καταγράψουμε τις φωνές σας, τα πρόσωπά σας, τα μαθήματά σας, τους μαθητές σας» σε ένα βίντεο ικανό να μιλήσει στο «νου και την καρδιά όλων των Ιταλών». Το τρεισήμισι περίπου λεπτών βίντεο με τίτλο «Ιστορία της Τέχνης. Η γλώσσα των Ιταλών» αναρτήθηκε στο youtube στις 23 Μαΐου[vi]. Υπό τη μουσική υπόκρουση του “Born to be Wilde”, τα (όχι και τόσο) άγρια νιάτα των ιταλικών σχολείων που ανταποκρίθηκαν, εμφανίζονται με αλέγκρα διάθεση να απολαμβάνουν εκπαιδευτικές εκδρομές και δράσεις ή να αναφέρουν το αγαπημένο τους έργο τέχνης. Ο χαμένες ώρες και η απειλούμενη ιστορικότητα της τέχνης.

Η μεταρρύθμιση Gelmini εισήγαγε αλλαγές στη δομή της ανώτερης δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, καθιερώνοντας έξι τύπους λυκείου (κλασικό, γλωσσολογικό, ανθρωπιστικών επιστημών, θετικό, μουσικοχορευτικό και καλλιτεχνικό), δύο τύπους Τεχνικού Ινστιτούτου και έξι τύπους Επαγγελματικού Ινστιτούτου, απλοποιώντας το πρόγραμμα σπουδών και μειώνοντας τις διδακτικές ώρες. Εν συνόλω, τα μέτρα της μεταρρύθμισης επέφεραν σημαντικές μειώσεις στη χρηματοδότηση της δημόσιας παιδείας. Η μεταρρύθμιση είχε επιπλέον σαφή τεχνικό-θετικό προσανατολισμό, όπως προκύπτει και από τη δραστική μείωση των διδακτικών ωρών της Ιστορίας της Τέχνης και του Σχεδίου. Στις 28 Μαΐου 2014, στις αίθουσες του Museo dell’Alto Medioevo της Ρώμης, οι υπουργοί της ιταλικής κυβέρνησης Dario Franceschini (Πολιτιστικών Αγαθών) και Stefania Giannini (Παιδείας), υπέγραψαν ένα πρωτόκολλο συνεννόησης για την αποκατάσταση της διδασκαλίας της Ιστορίας της Τέχνης στο σχολείο. Η Υπουργός Giannini τόνισε πως «η Ιστορία της Τέχνης είναι ένα γενετικό χαρακτηριστικό της ιταλικής κουλτούρας[vii] και ως εκ τούτου είναι απαράδεκτο το γεγονός ότι ως τώρα ήταν παραμελημένη». Η υπουργός κατέληξε: «Σκοπεύουμε να αναδείξουμε την παιδεία και τον πολιτισμό σε δύο πυλώνες για τη Χώρα μας».

Η συμφωνία των δυο υπουργείων προέβλεπε την επιστροφή του μαθήματος, αρχής γενομένης από τη σχολική χρονιά 2015-16. «Άλλος ένας χρόνος χαμένος», σχολιάζει η αρθρογράφος του Giornale dell’Arte[viii]. Υπενθυμίζει μάλιστα πως η Γαλλία το 2007 καθιέρωσε την υποχρεωτική διδασκαλία της Ιστορίας της Τέχνης σε όλες τις τάξεις και τις βαθμίδες της εκπαίδευσης, ξεκινώντας από την πρωτοβάθμια. Στις 12 του περασμένου Μαρτίου, το υπουργικό συμβούλιο ενέκρινε το νέο νομοσχέδιο για το σχολείο, με την επωνυμία «Το Καλό Σχολείο». Στις 27 Μαρτίου παρουσιάστηκε από την κυβέρνηση και μεταξύ 14 και 20 Μαΐου εξετάστηκε από το κοινοβούλιο, πριν κατατεθεί προς έγκριση στη Γερουσία. Ως κεντρικό ζήτημα αναδεικνύεται η ενίσχυση των αρμοδιοτήτων των διευθυντών σχολικών μονάδων, που επιφορτίζονται πλέον με ρόλο μάνατζερ στο πλαίσιο ενός σχολείου-επιχείρησης: «ο γνωστός νεοφιλελευθερισμός του Renzi, για μερικούς» ή «ένα βήμα προς την ανεξαρτησία και την ευελιξία, κατ’ άλλους»[ix].

Ο Υπογραμματέας Παιδείας Davide Faraone σχολιάζει: «Τέχνη και μουσική είναι θεμελιώδους σημασίας γιατί αποτελούν τμήμα του dna της χώρας μας. Για το σκοπό αυτό πρέπει να ενισχυθούν σε κάθε κύκλο σπουδών. Με ποιο τρόπο θα διαμορφωθεί αυτή η ενίσχυση θα το αποφασίσει κάθε σχολείο ξεχωριστά»[x] – δηλαδή οι διευθυντές, που πλέον θα έχουν τον πρώτο και καθοριστικό λόγο στη διαμόρφωση του προγράμματος σπουδών, παρόλο που η τελική έγκριση εναπόκειται στο Υπουργείο. Επιπλέον ο διευθυντής μπορεί να αναζητήσει εξωτερικές πηγές χρηματοδότησης και σπόνσορες καθότι «ο δίαυλος με τον ιδιωτικό τομέα δεν αποτελεί πλέον ταμπού». Όσο για την επαγγελματική αποκατάσταση των αποφοίτων, το σύνθημα είναι «εναλλαγή σχολείου-εργασίας». Ειδικότερα προβλέπονται συμβάσεις με οργανισμούς που δραστηριοποιούνται στον τομέα της καλλιτεχνικής, πολιτιστικής και περιβαλλοντικής κληρονομιάς.

Ωστόσο, αντί να διευρύνει το ωράριο διδασκαλίας σε όλες τις δομές της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, το κείμενο του «Καλού Σχολείου» περιέχει γενικόλογες αναφορές στη «Μελέτη της Ιστορίας της Τέχνης και του Σχεδίου» στον πρώτο διετή κύκλο σπουδών (εκ των συνολικών πέντε ετών) των λυκείων και των τουριστικών σχολών. Κυριαρχεί μια – όχι ιδιαίτερα …δημιουργική – ασάφεια γύρω από την καλλιέργεια της «ικανότητας ανάγνωσης και παραγωγής της ομορφιάς», μέσα από νεφελώδεις «καινοτόμους κύκλους μαθημάτων τεχνολογιών των εικαστικών τεχνών», για μια εκπαίδευση που θέτει ως στόχους την επιστροφή στις ρίζες του Made in Italy «με την ευρύτερη έννοια» και την «αξιοποίηση των καλλιτεχνικών μας θαυμάτων στο πλαίσιο της τουριστικής προσφοράς και μέσω της επιλογής επιχειρηματικών οδών». Όπως σχολιάζει ο Ιστορικός της Τέχνης Teodoro De Giorgio, πρόκειται για μια «γενικευτική προσέγγιση αποσκοπούσα στην «αξιοποίηση» της [πολιτιστικής] κληρονομιάς, δηλαδή στην εκμετάλλευση και στην εμπορευματοποίηση αυτού που έχει ως φυσικό προορισμό την παραγωγή πολιτισμού. Στην πανίσχυρη καταναλωτική οπτική, φαίνεται πως προέχει η διαμόρφωση των αυριανών μάνατζερ, τόσο αγαπητών στην κυβέρνηση Renzi, έτσι ώστε να πουλήσει καλύτερα στην αγορά το «Made in Italy»[xi].

Ο Tomaso Montanari, καθηγητής Ιστορία της Τέχνης στο Πανεπιστήμιο της Νάπολι Φρειδερίκος ο Β΄ (Università ‘Federico II’), υποστηρίζει πως το νομοσχέδιο με τη χτυπητή ροδόχρωμη εικονογράφηση του εξωφύλλου να παραπέμπει σε συσκευασία για καραμέλες, είναι ένα κείμενο πρωτοφανούς «πολιτιστικής χοντροκοπιάς», χαρακτηριζόμενο από την επανάληψη, εν είδη μάντρα, των όρων «δημιουργικότητα» και «ομορφιά», καθώς και από μια «ουλτραμπερλουσκονική» επίκληση στην ανάγκη οικονομικής αξιοποίησης των Πολιτιστικών Αγαθών και της ανάπτυξης της επιχειρηματικότητας, μέσα στην οποία «υπάρχει προφανώς λίγος χώρος για την ιστορία της τέχνης»[xii]. «Πολύ θέλει για να καταλάβει κανείς», διερωτάται ο De Giorgio, «ότι για μια χώρα όπως η Ιταλία η διαπαιδαγώγηση των πολιτών και όσων προορίζονται για τη διαχείριση της ιστορικό-καλλιτεχνικής κληρονομιάς, δηλαδή των νέων, δεν μπορεί να αποκλείσει την ιστορία της τέχνης, την αληθινή, που βασίζεται σε επιστημονικά θεμέλια; Το να μιλά κανείς για εικαστικές τέχνες είναι ό,τι πιο αόριστο […]· είναι σα να υποκαθιστάς τη μελέτη της λογοτεχνίας και των κλασικών, με μια γενική μελέτη των «λέξεων»[xiii]. Όπως επισημαίνει, αυτή η εξέλιξη ανοίγει το δρόμο για μια μελλοντική ανεξέλεγκτη κερδοσκοπία με ολέθριες συνέπειες για την ίδια την πολιτιστική κληρονομιά.

Πιο καυστικός ο Montanari σχολιάζει πως «διαψεύδοντας τις εξαγγελίες των υπουργών Giannini και Franceschini, οι Ιταλοί του μέλλοντος δε θα μελετούν ιστορία της τέχνης, αλλά θα αποκτούν μια αόριστη και προαιρετική επαφή με την «ομορφιά» και τη «δημιουργικότητα» […] Δεν είναι συμπτωματικό: είναι η μετάφραση σε κυβερνητικό πρόγραμμα της προσωπικής απέχθειας του Matteo Renzi προς την ιστορική διάσταση. Στο αξιομνημόνευτο βιβλίο του, του 2012, Νέο στιλ. Η επανάσταση της ομορφιάς ανάμεσα στο Δάντη και το Twitter (Stil novo. La rivoluzione della bellezza tra Dante e Twitter), ο τότε δήμαρχος Φλωρεντίας [M. Renzi] έγραφε ότι η ομορφιά χρειάζεται για να διεγείρει, ότι αν η ομορφιά «είναι νεκρή δεν είναι ομορφιά, το πολύ να είναι ιστορία της τέχνης, αλλά δεν προκαλεί συγκίνηση». «Εγώ και ο Renzi φοιτήσαμε στο ίδιο φλωρεντινό λύκειο. Αλλά έχουμε ριζικά διαφορετική αντίληψη της ιστορίας και της ιστορίας της τέχνης.

Η οποία δεν είναι λούνα παρκ ή play station για τεχνητές συγκινήσεις. […] Η γνώση της ιστορίας είναι το ισχυρότερο αντίδοτο στα ψέματα του storytelling και της λαϊκίστικης πολιτικής»[xiv]. Ο ιστορικός επικαλείται μάλιστα την «τρομακτικά επίκαιρη» φράση που έγραψε ο Marc Bloch το 1944: «Στην εποχή μας, εκτεθειμένη περισσότερο από ποτέ στις τοξίνες του ψεύδους και την απατηλή φημολογία, τι ντροπή που η κριτική μέθοδος της ιστορίας δεν περιλαμβάνεται ακόμα και στη μικρότερη γωνιά των διδακτικών προγραμμάτων»[xv]. Ορισμένες βελτιωτικές τροποποιήσεις στο άρθρο 2 του αρχικού κειμένου, ικανοποίησαν εν μέρει τους διδάσκοντες. Ειδικότερα ο όρος «ιστορία της τέχνης» αντικατέστησε τον όρο «τέχνη», ενώ δόθηκε ιδιαίτερη έμφαση στα ζητήματα της πολιτιστικής κληρονομιάς και της διαφύλαξής της, όπως είχαν ζητήσει οι ιστορικοί της τέχνης.

Ωστόσο οι βελτιώσεις δεν κρίνονται επαρκείς από την πρόεδρο της ANISA Irene Baldriga. Δύο είναι τα κρίσιμα σημεία: η επαναφορά της ιστορίας της τέχνης στις τεχνικές και επαγγελματικές κατευθύνσεις, καθώς και στο διετή κύκλο σπουδών των άλλων κατευθύνσεων, και η εγγύηση της επιστημονικής επάρκειας των διδασκόντων. Αλέξανδρος Διαμαντής. Αναπληρωτής εκπαιδευτικός και Ιστορικός της Τέχνης.

[i] Salvo Intravaia, “La “nuova classe operaia” non va all’università”, La Repubblica, 27 Μάιου 2015,http://www.repubblica.it/scuola/2015/05/27/news/scuola_-115404871/
[ii] Luca Illetterati, “Merito e valutazione avanti, a destra”, Il Manifesto, 28/5/2015,http://ilmanifesto.info/merito-e-valutazione-avanti-a-destra/
[iii] Στο ίδιο.
[iv] https://www.youtube.com/watch?v=yEM1Xnx4Uvs
[v] https://www.youtube.com/watch?v=bqmRAGkF3dU
[vi] https://www.youtube.com/watch?v=L3E_HCGjKkk
[vii] Δεν μπορεί να παραβλέψει κανείς δύο σταθερά επαναλαμβανόμενα μοτίβα του δημόσιου λόγου γύρω από τη σημασία και το ρόλο του μαθήματος στο ιταλικό σχολείο. Το πρώτο είναι η αντίληψη της Ιστορίας της Τέχνης ως θεμελιώδους συστατικού της εθνικής ταυτότητας – ως και του …γενετικού κώδικα ακόμα – των Ιταλών. Το δεύτερο είναι η σταθερή προτίμηση στο ζεύγος ονομάτων του Τζόττο και του Καραβάτζο – προφανώς θεωρούμενων ως ορόσημων (αρχή και τέλος) της «μεγάλης» εποχής της ιταλικής ζωγραφικής (χονδρικά, από το 14ο ως το 17ο αιώνα).
[viii] Tina Lepri, “L’Arte torna a scuola (5 anni gettati via)”, da Il Giornale dell’Arte, numero 344, luglio 2014,http://www.ilgiornaledellarte.com/articoli/2014/7/120602.html
[ix] Helga Marsala, “La Buona Scuola. Ecco come la Storia dell’Arte torna in classe”, Artribune, venerdì, 13 marzo 2015, http://www.artribune.com/2015/03/la-buona-scuola-ecco-come-la-storia-del...
[x] Στο ίδιο.
[xi] Teodoro De Giorgio «Insegniamo l’arte a scuola perché la bellezza sconfigge la rassegnazione», L’Huffington Post, 21/05/2015,http://www.huffingtonpost.it/teodoro-de-giorgio/insegniamo-larte-a-scuol...
[xii] Tomaso Montanari, “Come tradire Giotto e Caravaggio con la nuova Storia dell’ Arte”, La Repubblica, 22 Απριλίου 2015http://ricerca.repubblica.it/repubblica/archivio/repubblica/2015/04/22/c...
[xiii] T. De Giorgio, ό. π.
[xiv] Tomaso Montanari, “Una ragione in più per scioperare contro la ‘buonascuola’”, La Repubblica, 5/5/2015http://articolo9.blogautore.repubblica.it/2015/05/05/una-ragione-in-piu-...
[xv] Στο ίδιο

Πηγή: xeneglosses


Popular Posts / Δημοφιλείς Αναρτήσεις